«Παιχνίδια χωρίς σύνορα με το σύνταγμα και τη χώρα.»

Facebook Twitter Google+

Του Μηνά Σαμαντζίδη, προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής Ν.Δ. Ν. Θεσσαλονίκης

Είναι η δεύτερη φορά τα τελευταία χρόνια που στον πολιτικό βίο της χώρας χρησιμοποιείται εκβιαστικά η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα διαδικασία της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας για να εξυπηρετηθούν μικροπολιτικά συμφέροντα και κομματικά οφέλη.

Μηνά Σαμαντζίδη, προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής Ν.Δ. Ν. Θεσσαλονίκης

Για να επιτευχθεί,  βέβαια, αυτός ο εκβιασμός, κατακρεουργείται, αν όχι το γράμμα, σίγουρα το πνεύμα του συνταγματικού νομοθέτη. Ο απαιτούμενος αριθμός των 200 βουλευτών στις δύο πρώτες και των 180 στην τρίτη ψηφοφορία υποδηλώνει την επιταγή του Συντάγματος για ευρεία συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, ως προς το πρόσωπο που θα κληθεί να υπηρετήσει στο ανώτατο αξίωμα του κράτους. Σε καμία περίπτωση η ψηφοφορία αυτή δεν δηλώνει, ούτε αποδεικνύει, την εμπιστοσύνη των βουλευτών στην υφιστάμενη κυβέρνηση. Άλλωστε, για τον λόγο αυτό το Σύνταγμα, με την αρχή τη δεδηλωμένης, προβλέπει άλλη, απολύτως σαφή, διαδικασία με την οποία απαιτείται η ψήφος της απόλυτης πλειοψηφίας, δηλαδή των 151. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ισχύει για τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος για να μετατρέψει τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας σε ψηφοφορία κατά της κυβέρνησης βάζει για άλλη μια φορά το Σύνταγμα στην κλίνη του Προκρούστη.

Από την άλλη πλευρά, πολλοί, και μερικώς ορθά, ισχυρίζονται ότι οι εκλογές δεν αποτελούν σε καμία των περιπτώσεων πολιτική ανωμαλία. Όταν, όμως, χρησιμοποιείται εκβιαστικά μία συνταγματική διαδικασία, που δεν εφάπτεται καν στη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη (την οποία έχει η κυβέρνηση), τότε πως αλλιώς θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε; Δεν είναι πολιτική ανωμαλία, όταν μία κυβέρνηση που κλήθηκε να οδηγήσει τη χώρα για την προβλεπόμενη τετραετία, σύρεται σε εκλογές επειδή απλώς έτυχε η πενταετής προεδρική θητεία να λήγει αυτή την περίοδο; Δεν αποτελούν πολιτική ανωμαλία, ο χείμαρρος λάσπης και οι μαύρες συμμαχίες αντιπολιτευόμενων κομμάτων, στην προσπάθειά τους να τρομοκρατήσουν, να διαβάλουν, να σπιλώσουν κάθε βουλευτή που αντιλαμβάνεται διαφορετικά από τους ίδιους  την έννοια της ευθύνης έναντι των πολιτών και του τόπου; Δεν είναι πολιτική ανωμαλία, όταν εκπέμπεται στο εξωτερικό η εικόνα μιας Βουλής με βουλευτές έτοιμους να αλληλοσπαραχθούν;

Και τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα, αν αναλογιστούμε ότι πάνω από τη χώρα αιωρείται η δαμόκλειος σπάθη των αγορών. Την ώρα που η Ελλάδα αρχίζει να ανακάμπτει και ετοιμάζεται να βγει από το πρόγραμμα στήριξης και να επιστρέψει στις αγορές, δημιουργείται πάλι κλίμα ανησυχίας και αστάθειας. Δεν ήταν τυχαία η αχαλίνωτη πτώση του χρηματιστηρίου την ημέρα που ανακοινώθηκε η έναρξη της διαδικασίας προεδρικής εκλογής, και μάλιστα μόνο στο ενδεχόμενο προσφυγής στις κάλπες. Όταν οι αγορές και οι εταίροι και σύμμαχοι της χώρας γίνονται διαρκώς αποδέκτες απειλών ότι η μέχρι τώρα προσπάθεια διάσωσης και στήριξης της ελληνικής οικονομίας και οι ανυπολόγιστες θυσίες, στις οποίες έχει προβεί εδώ και πέντε χρόνια ο ελληνικός λαός, θα πέσουν στο κενό, είναι προφανές ότι θα υπάρξει κλίμα ανασφάλειας. Πολύ περισσότερο, όταν ακούν τις διφορούμενες, ή ακόμα και αντικρουόμενες, δηλώσεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και τις αιρετικές ευρωφοβικές απόψεις των πρώην, αλλά και νυν, ετερόκλητων συνιστωσών του. Τότε στην ανασφάλεια προστίθεται και η έλλειψη εμπιστοσύνης.

Από τα παραπάνω γίνεται εμφανής η ανάγκη πολιτικής σταθερότητας στη χώρα με στόχο να μείνει συνεπής στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει. Τα μικροπολιτικά παιχνίδια, στα οποία κάποιοι αρέσκονται να επιδίδονται, τείνουν να αποδειχθούν καταστροφικά για την κοινωνία και τον τόπο. Οι βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου είναι αυτοί που καλούνται να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να εκλέξουν άμεσα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ώστε να επέλθει σταθερότητα και να αποκλειστεί οποιαδήποτε πιθανότητα εκτροπής της πορείας της χώρας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη πλευρά, ας επιτελέσει τουλάχιστον τον ρόλο του, ως υπεύθυνη αξιωματική αντιπολίτευση. Πρέπει να κατανοήσει, και κυρίως να συνειδητοποιήσει, ότι η ανευθυνότητα των λόγων και των πράξεων μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης, πλέον, προκαλεί επώδυνες και ανυπολόγιστες συνέπειες.