ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΣΤΟ 28Ο ΕΤΗΣΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟ-ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ «Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ»

Facebook Twitter Google+

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΣΤΟ 28Ο ΕΤΗΣΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟ-ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ «Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ»

 

Κυρίες και κύριοι,
 
Με μεγάλη χαρά δέχθηκα την πρόσκληση του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου να μιλήσω στο 28ο Συνέδριό σας. Ο τίτλος του, «Η Ώρα της Ελληνικής Οικονομίας - Αναμόρφωση της Οικονομίας - Αναβίωση της Επιχειρηματικότητας» πολύ εύστοχα ορίζει ότι η αναμόρφωση της ελληνικής οικονομίας συμβαδίζει με την αναβίωση της επιχειρηματικότητας στον τόπο μας. Μια παραδοχή που μπορεί σήμερα να κατανοούν όλοι οι Έλληνες, αλλά μόλις λίγα χρόνια πριν για μεγάλη μερίδα πολιτών και πολιτικών δεν ήταν και τόσο προφανής.
 
Κυρίαρχο οικονομικό δόγμα στην πατρίδα μας υπήρξε για πολλές δεκαετίες ο κρατισμός. Το επιχειρείν σε μεγάλο βαθμό ταυτίστηκε με το Κράτος και ως εκ τούτου το Κράτος λειτούργησε πελατειακά απέναντι όχι μόνο στους πολίτες, αλλά και στην επιχειρηματική κοινότητα. Αυτό το φαινόμενο οδήγησε σε έναν φαύλο κύκλο που μας έφερε στην βαθύτερη οικονομική κρίση που αντιμετώπισε ποτέ η Ελλάδα. Μια κρίση που συνεχίζεται, αναίτια βέβαια. Γιατί αν η παρούσα Κυβέρνηση είχε κάνει πολιτική πράξη τον τίτλο του Συνεδρίου σας, η Ελλάδα σήμερα θα είχε ήδη εισέλθει σε έναν ενάρετο κύκλο ανάπτυξης
 
Οι σημερινοί κυβερνήτες ήλθαν στην εξουσία δαιμονοποιώντας και στοχοποιώντας το επιχειρείν. Και όπως έχει δυστυχώς αποδειχθεί, η έλευση του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 ανέστρεψε το ρεύμα εξόδου της χώρας από την κρίση. Αυτό είναι κάτι που ο ελληνικός λαός το έχει πλέον αντιληφθεί και συνειδητοποιήσει. Αν και το σωστό ρήμα είναι: «το έχει νιώσει» και μάλιστα βαθιά και οδυνηρά. Οι θλιβερές επιλογές εκείνης της περιόδου είχαν - και δυστυχώς εξακολουθούν να έχουν - πολύ βαρύ κόστος για την ελληνική οικονομία. Η χώρα βίωσε μία αχρείαστη ύφεση το 2015 και το 2016. Η Ελλάδα έχασε συνολικά σχεδόν 30 δις ευρώ από το Α.Ε.Π. την τριετία 2015 - 2017 σε σχέση με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι πειραματισμοί της Κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ανέκοψαν βίαια την ανάκαμψη του 2014, ενώ δεν υπήρχε κανένας οικονομικός λόγος να συμβεί κάτι τέτοιο: Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες είχαν ήδη διορθωθεί.
 
Το εξωτερικό περιβάλλον ήταν απολύτως ευνοϊκό, με χαμηλές τιμές πετρελαίου, επεκτατική νομισματική πολιτική, ανάκαμψη των εμπορικών εταίρων της χώρας και υψηλή ζήτηση για τον τουρισμό. Αυτήν την πολύ ευνοϊκή συγκυρία την χάσαμε. Την είδαμε να περνάει, ενώ υπήρξαμε μάρτυρες τις παλινωδιών των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Οι πολύμηνες καθυστερήσεις της Κυβέρνησης στην ολοκλήρωση της πρώτης και της δεύτερης αξιολόγησης έπληξαν καίρια την οικονομική εμπιστοσύνη και το επενδυτικό κλίμα. Το  αναγνωρίζουν όλοι οι σοβαροί εγχώριοι και ξένοι αναλυτές. Είναι κάτι που προστέθηκε στην πάγια αδυναμία της Κυβέρνησης να προωθήσει ιδιωτικοποιήσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με αναπτυξιακό περιεχόμενο. Κατόπιν όλων αυτών, η ελληνική οικονομία μόλις που καταγράφει μία αναιμική ανάκαμψη το 2017. Με μια αύξηση του Α.Ε.Π. λίγο πάνω από τη μονάδα, η οποία είναι στο μισό του μέσου όρου ανάπτυξης της Ευρωζώνης. Αντί δηλαδή η ελληνική οικονομία να αρχίσει να συγκλίνει με την Ευρωζώνη για να ανακτήσει τμήμα της προηγούμενης απώλειας, συνεχίζει να αποκλίνει. Μετά τα στοιχεία του τρίτου τριμήνου, και παρά μία ακόμα ασυνήθιστα μεγάλη αναθεώρηση των στοιχείων του δευτέρου τριμήνου, τα 3 πρώτα τρίμηνα έχουν μία μέση αύξηση κατά μόλις 1,1%.  Επομένως, για να επαληθευτεί η πρόβλεψη του προϋπολογισμού για ετήσια αύξηση 1,6%, το τέταρτο τρίμηνο θα πρέπει να καταγραφεί αύξηση του Α.Ε.Π. κατά 3%, γεγονός που καθιστά την κυβερνητική πρόβλεψη τουλάχιστον υπεραισιόδοξη.
 
Αρνητικά δεδομένα εξακολουθούν να υπάρχουν και στη χρηματοδότηση της οικονομίας. Η απώλεια καταθέσεων, οι επισφάλειες και η έλλειψη πρόσβασης στις διεθνείς χρηματαγορές μειώνουν τη δυνατότητα του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει τον ιδιωτικό τομέα.  Αλλά και η ζήτηση για δάνεια παραμένει πολύ χαμηλή, διότι μέσα σε κλίμα φοροεπιδρομής και αβεβαιότητας πολύ λίγοι αποφασίζουν να ρισκάρουν μία νέα επένδυση. Αυτές οι επιδόσεις θεωρούνται επιτυχείς από τους κυβερνώντες.  Αλλά μόνον από αυτούς. Δεν έχουν αντιληφθεί ακόμη ότι δυναμική και βιώσιμη ανάπτυξη δίχως αποφασιστικές και βαθιές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική οικονομία δεν πρόκειται να έχουμε. Και γεννά απορία το γεγονός ότι ο κ. Τσίπρας στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Πορτογαλία μόνο καλά λόγια είχε να πει για τον τρόπο που εφαρμόστηκε εκεί το παρεμφερές Πρόγραμμα και οδήγησε τη χώρα στην έξοδο από την κρίση και την ανάπτυξη. 
 
Γιατί άραγε δεν υλοποιεί στην Ελλάδα τις πολιτικές που παραδέχεται ότι πέτυχαν στην Πορτογαλία; Ή μάλλον ποιον νομίζει πως κοροϊδεύει;  Γιατί αν δεν είχε μεσολαβήσει ο κ. Τσίπρας, η Ελλάδα θα είχε βγει ήδη από τα μνημόνια. Θυμίζω ότι σήμερα η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου στην Πορτογαλία είναι στο 1,9%. Στην Ελλάδα είναι στο 5,39%. Πολύ φοβάμαι ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η παρωχημένη ιδεολογία των κυβερνώντων. Είναι η πλήρης ανικανότητα που τους διακρίνει.  Είναι επίσης η πολιτική τους ανεντιμότητα. Γιατί αλλιώς δεν εξηγούνται οι πανηγυρισμοί για το υπερ-πλεόνασμα του 2016 και του 2017. Το τεράστιο και αχρείαστο αυτό πλεόνασμα - ιδιαίτερα σε περίοδο ύφεσης - είναι το προϊόν μιας άγριας υπερφορολόγησης της παραγωγικής Ελλάδας. 
 
Σε μεγάλο βαθμό το πλεόνασμα είναι και λογιστικό γιατί επιτυγχάνεται μέσω της στάσης πληρωμών του ελληνικού Δημοσίου είτε μιλάμε για το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων - τόσο σημαντικό για την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας -  είτε μιλάμε για την απονομή των συντάξεων. Η πολιτική του υπερπλεονάσματος έχει προκαλέσει και συνεχίζει να προκαλεί βλάβη στην πραγματική οικονομία.  Διότι μειώνει τη δυνατότητα ανάπτυξής της. Κλαδεύει το δέντρο πολύ πριν αυτό είναι σε θέση να δώσει καρπούς. Και όλα αυτά γίνονται για να ικανοποιηθούν ιδεοληψίες και να στηθούν ψεύτικες επικοινωνιακές φιέστες. Δήθεν παίρνουμε από την μεσαία τάξη για να στηρίξουμε με επιδόματα τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα. Αυτή η πολιτική, κυρίες και κύριοι,  αποτελεί προβληματική συνταγή για τη χώρα. Όπως κάθε πολιτική που εμπνέεται από λαϊκισμό και ιδεολογικές αγκυλώσεις. 
 
Και βέβαια βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη βασική θέση της Νέας Δημοκρατίας που θα έπρεπε να αποτελεί και τον εθνικό μας στόχο: την αποκλιμάκωση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Τουλάχιστον όχι την παραγωγή μεγαλύτερων πλεονασμάτων από αυτά που μας ζητάνε. Αλλά και η διάθεση του όποιου πλεονάσματος μέσω επιδομάτων επίσης μάς βρίσκει αντίθετους. Δική μας αρχή είναι η παροχή ευκαιριών και όχι επιδομάτων. Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες δεν θέλουν ελεημοσύνη. Θέλουν ευκαιρίες για δημιουργία, εργασία και προκοπή. Θέλουν να ζουν σε μία σύγχρονη χώρα, σε μία ανοιχτή και δυναμική οικονομία που παράγει πλούτο για όλους. Μία αναπτυγμένη χώρα βέβαια έχει υποχρέωση να διατηρεί ένα κοινωνικό Κράτος δίκαιο και αποτελεσματικό. Ένα κοινωνικό Κράτος που δεν αφήνει κανέναν πίσω, αλλά και επικεντρώνεται σε αυτούς που έχουν πραγματική ανάγκη. 
 
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το εργαλείο του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος που αποτελεί τον βασικό άξονα της κοινωνικής μας πολιτικής. Το κύριο ζητούμενο της οικονομικής πολιτικής όμως παραμένει πάντα η ανάπτυξη. Το πώς η χώρα θα δημιουργήσει πλούτο και δουλειές. Διότι πολλές και καλά πληρωμένες δουλειές είναι η καλύτερη κοινωνική πολιτική. Το κεντρικό ερώτημα της οικονομικής πολιτικής δεν είναι πώς να διαχειριστούμε μία φθίνουσα ζήτηση, πολλώ δε μάλλον όταν αυτή η διαχείριση ασκείται με γνώμονα τη δημιουργία ενός κομματικού Κράτους νέας γενιάς, όπως αυτό που στήνει η σημερινή Κυβέρνηση. Το ερώτημα είναι ποιες διαθρωτικές πολιτικές θα οδηγήσουν στην αναγέννηση της προσφοράς στην οικονομία ώστε να μπορέσει να χρηματοδοτήσει με υγιή τρόπο την αύξηση της ζήτησης, χωρίς υπερχρέωση Κράτους και πολιτών. Αυτή η συζήτηση με οδηγεί στην καρδιά του Σχεδίου της Νέας Δημοκρατίας για την Ελλάδα της επόμενης μέρας. Μια Ελλάδα αισιόδοξη και ανταγωνιστική. Με υψηλή, ποιοτική και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Μια Ελλάδα που θα παρέχει στους πολίτες της δουλειές, ευκαιρίες, αλλά και ασφάλεια. 
 
Κυρίες και κύριοι,
 
Θεωρώ ότι το Σχέδιό μας για την επόμενη μέρα της χώρας είναι ρεαλιστικό και εφαρμόσιμο. Είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω τους βασικούς άξονες αυτού του Σχεδίου στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης. Σηματοδοτεί και υποδεικνύει τη διέξοδο από την ανελέητη φοροεπιδρομή που πλήττει σήμερα ιδιαίτερα τους ασθενέστερους πολίτες. Και η εφαρμογή του αποτελεί εγγύηση για τη βελτίωση της προοπτικής όλων. Βασική προϋπόθεση αποτελεί η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Έχουμε υπολογίσει ότι για να ανακτήσουμε όσα χάσαμε τα χρόνια της κρίσης, θα απαιτηθούν περί τα 100 δις ευρώ ιδιωτικές επενδύσεις τα επόμενα πέντε με έξι χρόνια. Για να φτάσουν δηλαδή οι επενδύσεις στο 20% του Α.Ε.Π. όπου βρίσκεται ο ευρωπαϊκός μέσος όρος. Όμως, οι εγχώριοι πόροι δεν φτάνουν για να χρηματοδοτήσουν αυτήν την επενδυτική έκρηξη. Η ακαθάριστη εθνική αποταμίευση βρίσκεται στο πολύ χαμηλό επίπεδο του 10% έναντι μέσου όρου 23,5% στην Ευρωζώνη. Και δυστυχώς το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει αρνητικό κενό μεταξύ δανείων και καταθέσεων που πλησιάζει τα 70 δις ευρώ.
 
Προτεραιότητα του προγράμματός μας αποτελεί η επιστροφή των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες. Μια νέα μεταρρυθμιστική Κυβέρνηση μπορεί να εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα και εμπιστοσύνη ώστε να συμβεί αυτό. Αλλά βέβαια ούτε η επιστροφή καταθέσεων αρκεί. Θα απαιτηθεί και η προσέλκυση σημαντικών ξένων κεφαλαίων, κατά προτίμηση κεφαλαίων με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, που θα κατευθυνθούν σε εξωστρεφείς παραγωγικούς κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας. Πιστεύω ακράδαντα ότι μια μεταρρυθμιστική Κυβέρνηση μπορεί να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την δυναμική προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Άλλωστε η χώρα μας σήμερα εμφανίζει μια σειρά από αναμφισβήτητα συγκριτικά πλεονεκτήματα.
 
Παρόλα αυτά τα πλεονεκτήματα όμως, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στις τελευταίες θέσεις στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Γιατί συμβαίνει λοιπόν αυτό; Μα προφανώς, γιατί δεν έχουμε δημιουργήσει ένα ευνοϊκό περιβάλλον για το επιχειρείν. Αντίθετα, αντί να κερδίζουμε, χάνουμε συστηματικά έδαφος προς τους ανταγωνιστές μας, όπως καταγράφεται στις σχετικές μετρήσεις έγκυρων διεθνών οργανισμών. Το Σχέδιό μας προτείνει πολύ συγκεκριμένες και άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις για την αναστροφή αυτής της πορείας. 
 
 
Θα σταθώ στα τέσσερα πιο σημαντικά βήματα αυτού του Σχεδίου:
 
Πρώτον: Μείωση φορολογικών συντελεστών και νομοθέτηση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος. Η Ελλάδα σήμερα έχει σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς της οικονομίας τον υψηλότερο ή έναν από τους υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Το 2016 είχαμε την υψηλότερη αύξηση φορολογίας στον ΟΟΣΑ. Όσο όμως αυξάνονται οι φορολογικοί συντελεστές, τόσο οι πολίτες εξωθούνται στη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή, καθώς αισθάνονται ότι το Κράτος κατά κυριολεξία υφαρπάζει τα εισοδήματά τους. Έχω αναφερθεί ξανά στον έμπορο από το Κιλκίς που μου είπε: «Δεν θέλω να έχω τον κ. Τσίπρα συνέταιρο στο μαγαζί μου»!  Είχε δίκιο.  Και πιστεύω ότι τα λόγια του εκφράζουν το σύνολο του επιχειρηματικού κόσμου. Η Νέα Δημοκρατία έχει προτείνει στοχευμένες μειώσεις στους φορολογικούς συντελεστές με προτεραιότητα σε αυτούς που παράγουν το μεγαλύτερο αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Μειώσεις που μπορούν να  καταστούν δυνατές μέσα από ένα επιθετικό πρόγραμμα εξορθολογισμού των αντιπαραγωγικών δημοσίων δαπανών και τη δραστική ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Ελαφρύνουμε άμεσα την φορολογική επιβάρυνση, κάτι που κλιμακώνεται όσο η επιταχυνόμενη ανάπτυξη δημιουργεί πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο.
 
Τα δύο πρώτα χρόνια μειώνουμε οριζόντια τον ΕΝΦΙΑ κατά 30%. Μειώνουμε το φόρο εισοδήματος για τις επιχειρήσεις στο 20%. Μειώνουμε το φόρο μερισμάτων στο 5%. Δεν φτάνει όμως αυτό. Δίνουμε σημαντικά φορολογικά κίνητρα για να έρθουν νέες παραγωγικές επενδύσεις. Παράλληλα, πρότεινα στην Δ.Ε.Θ. μέσα από μια συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων του τόπου να κρατήσουμε σταθερό το φορολογικό πλαίσιο για τουλάχιστον μία πενταετία. Έτσι οι επενδυτές θα μπορούν με ασφάλεια να προβαίνουν στον χρηματοοικονομικό τους προγραμματισμό. Είμαι βέβαιος ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε τους αναγκαίους πολιτικούς συσχετισμούς για να το πραγματοποιήσουμε.
 
Το δεύτερο βήμα είναι η άρση των ρυθμιστικών, των χωροταξικών και των άλλων γραφειοκρατικών εμποδίων για την υλοποίηση επενδύσεων. Έχουμε καταθέσει πολύ συγκεκριμένες προτάσεις σε αυτήν την κατεύθυνση. Δεν θα τις επαναλάβω καθώς είναι λεπτομερείς και διεξοδικές, εξορθολογίζουν τις χρήσεις γης και αναστρέφουν τη φιλοσοφία του «βάρους απόδειξης» από τον ιδιώτη στο Κράτος.  Θα πω μόνο ότι έχω προσωπικά δεσμευθεί για τη δημιουργία ενός υπερκείμενου οργάνου σε επίπεδο Υφυπουργού το οποίο θα ασκεί όλες τις αδειοδοτικές αρμοδιότητες για τις στρατηγικές επενδύσεις σε κάθε περίπτωση που οι καθ’ ύλην αρμόδιες Αρχές δεν ανταποκρίνονται εγκαίρως. Φαινόμενα όπως αυτά που σημειώνονται στην περίπτωση του Ελληνικού, των Σκουριών ή του Ερημίτη στην Κέρκυρα τελειώνουν οριστικά.
 
Τρίτο βήμα, είναι η τόνωση της ρευστότητας της οικονομίας και η επιστροφή του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε ομαλές συνθήκες λειτουργίας. Να μπορούν δηλαδή οι τράπεζες να επιτελέσουν την πραγματική αποστολή τους, που είναι η στήριξη των υγιών και παραγωγικών επενδύσεων. Βέβαια και οι τράπεζες οφείλουν να κινηθούν με πολύ μεγάλη ταχύτητα στην εκκαθάριση των χαρτοφυλακίων των μη εξυπηρετούμενων δανείων.  Εδώ θα μου επιτρέψετε να επαναλάβω εμφατικά: Καμία απολύτως ανοχή σε επιχειρηματίες που χρεοκοπούν τις εταιρείες τους, που αφήνουν τους εργαζόμενους απλήρωτους, που βγάζουν τα λεφτά τους στο εξωτερικό και στη συνέχεια διεκδικούν από τις τράπεζες «κούρεμα» δανείων. Τέτοιες πρακτικές δεν πρόκειται να γίνουν ανεκτές. 
 
Οι ίδιες αρχές πρέπει να διέπουν και τη διενέργεια πλειστηριασμών που ξεκίνησαν μαζικά παρά τη «Σεισάχθεια» που υποσχόταν η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Πρωταρχικό μέλημα της Πολιτείας οφείλει να είναι η αποκάλυψη και η τιμωρία των «στρατηγικών κακοπληρωτών». Των πονηρών που εκμεταλλεύονται το πλαίσιο προστασίας του Κράτους για τους αδύναμους. Το οφείλουμε σε όλους τους συνεπείς δανειολήπτες που, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους. Γι’ αυτό πρέπει, επιτέλους, η Κυβέρνηση να εξασφαλίσει ότι οι πλειστηριασμοί θα ξεκινήσουν από τις βίλες στη Μύκονο και τα εξοχικά των πολλών εκατομμυρίων.  Ας ξεκινήσουν οι τράπεζες με τα ακίνητα μεγαλύτερης αξίας.  Αυτό από μόνο του θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Όχι από τις μικροϊδιοκτησίες των αδυνάμων. Και αν στο νόμο Κατσέλη έχουν παρεισφρήσει «στρατηγικοί κακοπληρωτές» αυτοί να εντοπιστούν. Η Νέα Δημοκρατία είχε, έχει και θα έχει ως ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της, την προστασία των πιο ευάλωτων συμπολιτών μας. Θυμίζω ότι η Νέα Δημοκρατία παρέδωσε στην Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ένα αποτελεσματικό πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε «από κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας χωρίς κανένα όριο.
Αν οι τράπεζες αντιμετωπίσουν αποφασιστικά το πρόβλημα των «κόκκινων δανείων» σε συνδυασμό με την εφαρμογή του Σχεδίου μας για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, είναι βέβαιο ότι μαζί με την ανάπτυξη θα επιστρέψουν και οι καταθέσεις. Και έτσι θα αναστραφεί η «αρνητική ανατροφοδότηση» μεταξύ μικρότερων εισοδημάτων και αύξησης των μη - εξυπηρετούμενων δανείων. Με αυτό τον τρόπο τελειώνει οριστικά και η παραφιλολογία περί ανάγκης νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Δεν πρέπει να εγείρεται συνεχώς θέμα κεφαλαιακής επάρκειας. Κάτι τέτοιο υπονομεύει την εμπιστοσύνη, η οποία είναι «κλειδί» για τη σταθερότητα οποιουδήποτε τραπεζικού συστήματος. Η ρευστότητα θα τονωθεί βέβαια και με την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων που είναι διαθέσιμοι από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ε.Ε. Δίνουμε προτεραιότητα στις δράσεις εκείνες που συνδράμουν πραγματικά αναπτυξιακούς σκοπούς και όχι την κάλυψη τρεχουσών αναγκών του Δημοσίου. Οι πόροι του ΕΣΠΑ είναι για αναπτυξιακές δράσεις και όχι για να καλύπτουμε εφήμερες χρηματοδοτήσεις συμβασιούχων του Δημοσίου για κομματικό όφελος, όπως κατά κόρον πράττει η σημερινή Κυβέρνηση. 
 
Τέταρτο βήμα, είναι ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. Με αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Με ηλεκτρονική διακυβέρνηση και αναβάθμιση των τεχνολογικών υποδομών. Με στόχο την αναβάθμιση των υπηρεσιών του Κράτους προς τον πολίτη, την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας σε όλα τα επίπεδα και την επιτάχυνση απονομής της Δικαιοσύνης. Πιστεύω ακράδαντα ότι με αυτά τα 4 βήματα το επενδυτικό κλίμα στη χώρα μπορεί να αλλάξει ταχύτατα. Και ότι με τα νέα κεφάλαια ενισχύονται ειδικά οι οικονομικές δραστηριότητες οι οποίες ενσωματώνουν τεχνολογία, καινοτομία και γνώση. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αυξήσουμε την ανταγωνιστικότητά μας, να δημιουργήσουμε νέες και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και να κρατήσουμε στην πατρίδα μας τους μορφωμένους νέους μας που σήμερα την εγκαταλείπουν. Το brain drain σε συνδυασμό με την αρνητική δημογραφική τάση συνιστούν εκρηκτικό μηχανισμό στα θεμέλια της οικονομίας μας. Η Ελλάδα είναι μία αναπτυγμένη χώρα.  Δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετακινηθεί προς δραστηριότητες που βασίζονται σε φθηνά και ανειδίκευτα εργατικά χέρια.  Ο στόχος μας πρέπει να είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας όχι όμως με περαιτέρω μείωση του εργασιακού κόστους, όχι δηλαδή με χαμένες γενιές των 360 ευρώ.
 
Αλλά για να γίνει αυτό, χρειάζεται επειγόντως καλύτερη αντιστοίχιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης με τις ανάγκες όχι μόνο της σημερινής αλλά και της αυριανής αγοράς εργασίας. Το εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες τις βαθμίδες του, οφείλει να παράγει αποφοίτους με δεξιότητες οι οποίοι να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες μιας οικονομίας που πρέπει να μετασχηματιστεί γρήγορα. Για το σκοπό αυτό χρειάζεται μια ριζική αναθεώρηση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, την οποία έχουμε σχεδιάσει. Δεν είναι χρονικά εφικτό να αναφερθώ σε μεγάλη λεπτομέρεια σήμερα σε αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Όμως είναι σημαντικό στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου σας να σημειώσετε ότι είμαστε έτοιμοι να αναστρέψουμε την προωθούμενη καταστροφική αντιμεταρρύθμιση. Nα ενεργοποιήσουμε αμέσως ένα πρόγραμμα στοχευμένων αλλαγών που θα καταστήσουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα σύγχρονο, ανταγωνιστικό και ευθυγραμμισμένο με τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η δημόσια εκπαίδευση για εμάς δεν είναι απλώς ένα μέσο για την ώθηση της οικονομίας προς δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
 
Η δημόσια εκπαίδευση ήταν και παραμένει στη χώρα μας ο βασικότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και δημιουργίας ευκαιριών για τους πιο αδύναμους. Το θετικό είναι ότι ολοένα και περισσότεροι νέοι στρέφονται προς την επιχειρηματικότητα. Για να στηρίξουμε την τάση αυτή έχουμε επεξεργαστεί ένα σημαντικό πλαίσιο πολιτικών για την υποστήριξη των νέων και καινοτόμων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, με ειδική μέριμνα για τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Καινοτομία και υψηλότερη προστιθέμενη αξία στην παραγωγή δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς βελτίωση της διείσδυσης νέων τεχνολογιών στη χώρα μας.  Δυστυχώς, η Ελλάδα παραμένει ακόμη δέσμια συντεχνιών που αντιδρούν ιδεοληπτικά και φοβικά προς την καινοτομία. Ίσως αυτή η κουλτούρα να εξηγεί εν μέρει και το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στις τελευταίες θέσεις κατάταξης στην ψηφιακή οικονομία μεταξύ των μελών της Ε.Ε. Ο στόχος μας είναι ξεκάθαρος. Η ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων για όλο τον πληθυσμό, τόσο σε επίπεδο βασικών όσο και εξειδικευμένων γνώσεων. Δέσμευσή μου είναι να βελτιώσω δραστικά το ψηφιακό αποτύπωμα της Ελλάδας δίνοντας καταρχάς έμφαση στην προώθηση της ευρυζωνικότητας, στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση και στη διαλειτουργικότητα των μεγάλων βάσεων δεδομένων του Δημοσίου, που αποτελεί ίσως την πιο αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική διοικητική μεταρρύθμιση της χώρας.
 
Καθώς σήμερα απευθύνομαι στο Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο, δεν μπορώ να αποφύγω μια αναφορά στη χαμένη ευκαιρία που απετέλεσε και το πρόσφατο ταξίδι του πρωθυπουργού στις Η.Π.Α. Μου έκανε μάλιστα εντύπωση ότι μια τόσο προβεβλημένη επίσκεψη δεν συνοδεύτηκε από μια επιχειρηματική αποστολή στις Η.Π.Α. Τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Με εξαίρεση μερικά λόγια τυπικής διπλωματικής αβρότητας, δεν φαίνεται να υπήρξε δυστυχώς κάποιο χειροπιαστό όφελος. Έχουμε το μεγάλο προνόμιο να μεγαλουργεί στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού μια δυναμική ομογένεια. Αποτελεί διαχρονικά τον καλύτερο πρεσβευτή της χώρας μας, αλλά και μια πηγή δημιουργικής έμπνευσης για την πατρίδα μας. Είναι δέσμευσή μας να ανοίξουμε συστηματικούς δίαυλους επικοινωνίας με στόχο να εντάξουμε τους ομογενείς μας στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας. Οι απανταχού Έλληνες θα έχουν ουσιαστικό ρόλο και παρέμβαση. Σε πρώτη φάση θα καλέσουμε, όλες και όλους, όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους να έλθουν να ψηφίσουν στις επόμενες εθνικές εκλογές. Ξέρω ότι δεν θα είναι εύκολο. Όμως θα είναι η τελευταία φορά που θα χρειαστεί να ταξιδέψουν για το σκοπό αυτό καθώς δεσμεύομαι ότι από τις μεθεπόμενες εκλογές θα μπορούν να ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα από τον τόπο διαμονής τους. Χρειαζόμαστε τη δύναμή τους, την επιρροή τους, τις ιδέες τους, το ταλέντο τους για την νέα Ελλάδα που θα χτίσουμε. 
 
Κυρίες και κύριοι,
 
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα και πάλι σε πολύ κρίσιμη καμπή. Λίγους μήνες πριν το επίσημο τέλος του τρίτου προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, η συζήτηση για την επόμενη μέρα έχει ξεκινήσει. Η ελληνική οικονομία καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί μόνη της στα πόδια της, να παράγει δυναμικούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια. Καλείται να δείξει ότι μπορεί να διασφαλίσει και τη δημοσιονομική της σταθερότητα, ώστε να ξεφύγει οριστικά από την οικονομική εξάρτηση των μνημονίων. Η ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης από μόνη της ήταν ένα υποχρεωτικό αλλά όχι ικανό βήμα για να πετύχουμε αυτό το στόχο. Και βέβαια, οφείλω να επισημάνω ότι η τρίτη αξιολόγηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη στη συνείδηση των πολιτών με την υπόθεση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας. Τα πιο πολλά σημαντικά θέματα, με κορυφαίο αυτό της βιωσιμότητας της ΔΕΗ μετατέθηκαν για το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, μετά το τέλος του προγράμματος η χώρα πρέπει  να δανείζεται από τις αγορές με λογικά επιτόκια.  Σήμερα αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συμβεί.
 
Ο ΟΟΣΑ στην πρόσφατη Έκθεση για τις Οικονομικές Προοπτικές (Economic Outlook), επισημαίνει ως υψηλό κίνδυνο την αύξηση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας, καθώς θα υποκατασταθεί φθηνός δανεισμός (από τον ESM) με ακριβό δανεισμό (από τις αγορές). Η αλήθεια είναι ότι δυστυχώς, η χώρα μας οδεύει προς τη λήξη του τρίτου προγράμματος χωρίς να έχει ανακτήσει ακόμα την εμπιστοσύνη των αγορών, κάτι το οποίο εγκυμονεί πολλούς κινδύνους.  Αυτό αποτυπώνεται στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, στις τιμές μετοχών και ακινήτων, στο χαμηλό βαθμό πρόσβασης στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, αλλά και στα capital controls που παραμένουν σε ισχύ. Η έλλειψη εμπιστοσύνης των αγορών δεν είναι τυχαία. Όχι διότι δεν αντιλαμβάνονται την προοπτική της ελληνικής οικονομίας.  Αλλά γιατί η στατική εικόνα της χώρας μας είναι αποκαρδιωτική.
 
Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας είναι πολύ καλές. Η δημοσιονομική σταθερότητα έχει αποκατασταθεί. Οι τιμές των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων είναι ελκυστικές. Η χώρα μας διαθέτει πολλούς κλάδους με φυσικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Και κυρίως, διαθέτει ένα καλά καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας. Αυτές οι προοπτικές θα ευοδωθούν μόνον εφόσον εφαρμόσουμε τις πολιτικές εκείνες που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.
 
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σημαντική συμβολή της Νέας Δημοκρατίας στη διασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων για την επόμενη ημέρα της χώρας μας. Διότι οι εταίροι μας, οι πιστωτές μας και οι αγορές γνωρίζουν ήδη καλά αυτό που γνωρίζουν όλες οι Ελληνίδες και όλοι οι Έλληνες. Ότι στη χώρα μας αργά ή γρήγορα θα υπάρξει πολιτική αλλαγή. Μια αλλαγή που θα επιτρέψει την εφαρμογή ενός συνεπούς Σχεδίου για την ανάπτυξη της χώρας. Ενός σχεδίου ελληνικής ιδιοκτησίας. Ενός σχεδίου που αντιμετωπίζει τις διαθρωτικές παθογένειες που εξακολουθούν να κρατούν καθηλωμένη τη χώρα. Που σπάει τα δεσμά του κρατισμού και απελευθερώνει τις υγιείς δυνάμεις της ιδιωτικής οικονομίας. Που συνθλίβει τα απομεινάρια του πελατειακού κράτους και αναδεικνύει την πραγματική αξιοκρατία σε κυρίαρχη έννοια. Που δίνει ελπίδα και προοπτική σε όλους και στηρίζει τους πιο αδύναμους. Δίχως εφαρμογή του Σχεδίου αυτού, κυρίες και κύριοι, η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να βγει από την κρίση. 
 
Με περισσή ελαφρότητα, η Κυβέρνηση ευαγγελίζεται μια δήθεν «καθαρή έξοδο» από το Μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018: Δυστυχώς δεν υπάρχει «καθαρή έξοδος» το 2018. Αντίθετα, βρισκόμαστε μπροστά σε άλλη μια απόπειρα εξαπάτησης του ελληνικού λαού. Διότι γνωρίζουμε πολύ καλά τα επιπλέον μέτρα που πρόκειται να επιβληθούν από το 2019. Μέτρα μείωσης συντάξεων και μείωσης του αφορολογήτου ορίου που ψήφισε η Κυβέρνηση Τσίπρα υπογράφοντας το de facto 4ο Μνημόνιο, με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του Α.Ε.Π. μέχρι το 2023 και διαρκή λιτότητα μέχρι το 2060. «Καθαρή έξοδος» λοιπόν δεν υπάρχει με Κυβέρνηση Τσίπρα. Αυτό που χρειάζεται είναι η πραγματική έξοδος από τη κρίση μέσα από ένα μεταρρυθμιστικό ηλεκτροσόκ.  Και αν αυτή η λέξη τρομάζει κάποιους τους λέω ότι το μεγαλύτερο ρίσκο σήμερα είναι το ρίσκο της αδράνειας. Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει ραγδαία. Αν μείνουμε ακίνητοι θα βρεθούμε χωρίς να το έχουμε καταλάβει στο περιθώριο των εξελίξεων. Μια χώρα κατ’ όνομα Ευρωπαϊκή, αλλά στην πραγματικότητα ένα νησί που απομακρύνεται από την Ευρωπαϊκή ήπειρο. 
 
Κυρίες και κύριοι,
 
Η χώρα μας έχει μεγάλες αναξιοποίητες παραγωγικές δυνατότητες, αλλά αντιμετωπίζει και μεγάλες προκλήσεις. Εμείς είμαστε αποφασισμένοι και έτοιμοι να ανταποκριθούμε με ταχύτητα και εθνική συνεννόηση στα μεγάλα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκα. Για εμάς, η στασιμότητα, η εξάρτηση από εξωτερική βοήθεια και ο υποβιβασμός στη δεύτερη ταχύτητα της Ευρώπης δεν αποτελούν επιλογή. Η θέση της Ελλάδας είναι στον πυρήνα μιας Ευρώπης που αλλάζει. Θέλουμε μια ισχυρή Ελλάδα σε μια ισχυρή Ευρώπη,  και ξέρουμε πως να το πετύχουμε. Είναι αλήθεια πως η διάψευση της απάτης του λαϊκισμού κόστισε ακριβά στη χώρα. Στην οικονομία, την κοινωνία, τους θεσμούς. Διέλυσε την μεσαία τάξη, τον κορμό του οικονομικού και κοινωνικού μας ιστού. Αλλά με τρόπο σκληρό και οδυνηρό μας έκανε όλους σοφότερους.
 
Η Νέα Δημοκρατία είναι σήμερα ο μόνος πολιτικός οργανισμός που διαθέτει ένα ολοκληρωμένο Σχέδιο που πάει πέρα από τις δεσμεύσεις των Μνημονίων και έχει τη δυνατότητα να απελευθερώσει την τεράστια συμπιεσμένη αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας. Είναι επίσης μια Παράταξη που μπορεί να εγγυηθεί την δημοκρατική ανασυγκρότηση του ελληνικού πολιτικού συστήματος. H Ελλάδα χρειάζεται μια θεσμική επανάσταση που θα ξανακάνει τη Δημοκρατία μας λειτουργική. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο ένα νέο Σύνταγμα που θα αντιμετωπίσει συνολικά και με θάρρος τις παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος. 
 
Προφανώς, η ανάπτυξη της χώρας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ποιότητα των θεσμών μας. Όπως ανέφερα και σε μια συνέντευξή μου σε χθεσινή κυριακάτικη εφημερίδα, «η Νέα Δημοκρατία θα κληθεί και πάλι να κάνει πράξη αυτό που το όνομά της υποδηλώνει. Να οικοδομήσει μια νέα Ελληνική Δημοκρατία για τον 21ο αιώνα». Είμαι αποφασισμένος να κάνω τα πάντα για να ενώσω τον ελληνικό λαό και να πορευτούμε στο δρόμο της πραγματικής προόδου. Ο δρόμος δεν θα είναι εύκολος.  Αλλά όπως είπε και ο μεγάλος Νίκος Καζαντζάκης, «ο σωστός δρόμος είναι ο ανήφορος». Έχω όμως απόλυτη πίστη στις δυνάμεις του λαού μας. Έχουμε περάσει πολλά και δεν θα σκοντάψουμε τώρα. Αξίζουμε καλύτερα. Μπορούμε καλύτερα. Κι έχουμε υποχρέωση να ελευθερώσουμε το μέλλον. 
 
Σας ευχαριστώ πολύ.